ἀσκαλώνιον

ἀσκαλώνιον (κρόμυον)
Grammatical information: n.
Meaning: `onion from Askalon' (Palestine) (Diocl.).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Cf. Strömberg Pflanzennamen 125; André, Lexique s.v. Ascalonia. - From here Lat. ascalōnia, from which Fr. échalotte (\> Germ. Schalotte), Eng. scallion.
Page in Frisk: 1,163

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ασκαλώνιον — ἀσκαλώνιον, το (AM) μσν. μέτρο για κρασί αρχ. είδος κρεμυδιού της Συρίας («ἀσκαλώνιον κρόμυον»). [ΕΤΥΜΟΛ. Ουδ. του επιθ. Ασκαλώνιος «αυτός που προέρχεται από την Ασκάλωνα (πρβλ. Ασκάλων). Μέσω του λατ. ascalonia (caepa) *scalōnia «το κρεμύδι… …   Dictionary of Greek

  • σκαλώνια — τὰ, Α (κατά τον Ησύχ.) είδος κρεμμυδιών τής Συρίας, τα ασκαλώνια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀσκαλώνια, με σίγηση τού αρκτικού α (βλ. και ασκαλώνιον)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.